Παρακολούθηση Κύησης - Υπερηχογραφήματα

Η έγκυος πρέπει να εξετάζεται τακτικά κατά την διάρκεια της κύησης από τον γυναικολόγο ιατρό που την παρακολουθεί ώστε να εξασφαλίζεται η καλή πορεία ανάπτυξης του εμβρύου αλλά  και η καλή κατάσταση του οργανισμού της μητέρας που το φιλοξενεί.

 Η παρακολούθηση επιτυγχάνεται δια των υπερηχογραφημάτων της μήτρας και του εμβρύου, της κλινικής εξέτασης της εγκύου ( απαραίτητη είναι κάθε φορά η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης και του βάρους της) και φυσικά ο τακτικός εργαστηριακός έλεγχος της εγκύου ( αίματος και ούρων).

Τα υπερηχογραφήματα πραγματοποιούνται από τον θεράποντα γυναικολόγο (εφόσον έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία) ή από τον ειδικό στην εμβρυο-μητρική υπερηχογραφία γυναικολόγο.

Η ηλικία κύησης μετράται σε εβδομάδες κύησης υπολογιζόμενες από την τελευταία περίοδο της εγκύου-και όχι από την πιθανή ημερομηνία σύλληψης.  





 Έτσι το πρώτο υπερηχογράφημα εκτελείται στην 6η εβδομάδα κύησης ( δηλαδή 4 βδομάδες από την σύλληψη) και έχει σκοπό να διαγνώσει την κύηση, την ύπαρξη δηλαδή  σάκου κύησης εντός της μήτρας, αποκλείοντας τυχόν εξωμήτριο κύηση.





Το δεύτερο υπερηχογράφημα γίνεται στην 8-9η  εβδομάδα κύησης για την επιβεβαίωση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου και της ακριβούς ηλικίας αυτού ώστε να προγραμματιστεί ο περαιτέρω έλεγχος αυτού. Μετά τον υπέρηχο αυτό γίνεται ο πλήρης εργαστηριακός προγεννητικός έλεγχος της εγκύου ( αίματος και ούρων).

Το τρίτο υπερηχογράφημα είναι το λεγόμενο Υπερηχογράφημα 1ου τριμήνου στις  12-13η εβδομάδες (ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΥΧΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ- PAPP-A ) αποτελεί πολύ σημαντικό ηχόγραμα, πρέπει να εκτελείται από γυναικολόγο πιστοποιημένο από το Fetal Medicine Foundation, εκτιμά την βασική ανατομία του εμβρύου και αναζητά ύποπτα παθολογικά ευρήματα  που πιθανώς να σχετίζονται με χρωμοσωμική ανωμαλία αυτού ( αυξημένο πάχος αυχένα του εμβρύου, έλλειψη του ρινικού οστού, ανεπάρκεια τριγλώχινας βαλβίδας της καρδιάς , παθολογικές μετρήσεις κάποιων ουσιών στο αίμα της εγκύου PAPP-A, b-hCG). Η απάντηση των παραπάνω δεδομένων εκφράζεται σε πιθανότητες 1/ .......  ύπαρξης χρωμοσωμικής ανωμαλίας. Τυχόν παθολογικά ευρήματα από τα παραπάνω σε συνάρτηση πάντα με την ηλικία της μητέρας ,έχει ως αποτέλεσμα το θετικό,επισφαλές,  αποτέλεσμα αυτού. Έτσι όταν ο κίνδυνος που προκύπτει είναι μεγαλύτερος από  1/250 τότε ο ιατρός πρέπει να προτείνει επεμβατικό χρωμοσωμικό έλεγχο του εμβρύου ( λήψη τροφοβλάστης -βιοψία πλακούντα). Ο έλεγχος αυτός διευκρινίζει με σαφήνεια την κατάσταση του εμβρύου, με μικρό κίνδυνο πρόκλησης αποβολής  (1/200). Εναλλακτικός τρόπος αποκλεισμού τον συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου ( όπως το σύνδρομο Down) τα τελευταία χρόνια αποτελεί η απλή λήψη αίματος από την μητέρα και η αποστολή σε ειδικό κέντρο επεξεργασίας των εμβρυικών κυττάρων που εμπεριέχει, στις ΗΠΑ. , με βασικό πλεονέκτημα τον μη επεμβατικό χαρακτήρα αυτού.


Ακολουθεί απλό υπερηχογράφημα κύησης  στις 16- 17 εβδομάδες , όπου καλό θα ήταν και πάλι να εκτιμηθεί η καλή ανατομία του εμβρύου, και η επάρκεια του τραχήλου της μήτρας , στοιχείο απαραίτητο  για την ομαλή πρόοδο της κύησης.

Σημαντικότατο υπερηχογράφημα είναι αυτό στις 21-24 εβδομάδες κύησης ( ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ Β- ΕΠΙΠΕΔΟΥ- αναλυτικό υπερηχογράφημα 2ου τριμήνου- ανατομίας του εμβρύου). Όπως και αυτό του 1ου τριμήνου( αυχενικής διαφάνειας) πρέπει να εκτελείται από εξειδικευμένο στην εμβρυομητρική γυναικολόγο με πιστοποίηση. Αποτελεί καθοριστική εξέταση της αναλυτικής  εικόνας- μορφολογίας του εμβρύου όσων αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα αυτού ( κεφαλή, πρόσωπο, άνω άκρα, κοιλιά, ράχη, σπονδυλική στήλη, κάτω άκρα, έξω γεννητικά όργανα ) όσον και τα επιμέρους εσωτερικά όργανα αυτού ( οφθαλμοί, στοματική κοιλότητα, οισοφάγος, στόμαχος, έντερο, καρδιά, αγγεία, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας, σπλήνας, νεφροί, ουρητήρες, ουροδόχος κύστη, έσω γεννητικά όργανα) . Τυχόν παθολογικά ευρήματα που δυνατόν να προκύψουν από την εξέταση πρέπει να εξηγηθούν-αναλυθούν στους γονείς και μετά να προταθεί ο απαραίτητος συμπληρωματικός έλεγχος του εμβρύου όπως παραδείγματος χάριν εξέταση  της εμβρυικής καρδιάς από εμβρυοκαρδιολόγο. Αν τεθεί υποψία χρωμοσωμικής βλάβης πρέπει να συστηθεί επεμβατικός έλεγχος που περιλαμβάνει χρήση βελόνας παρακέντησης (ΑΜΝΙΟΠΑΡΑΚΕΝΤΗΣΗ) για λήψη αμνιακού υγρού (το υγρό που περιβάλλει το έμβρυο)και στην συνέχεια χρωμοσωμική ανάλυση των εμπεριεχομένων σε αυτό εμβρυικών κυττάρων( ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΚΑΡΥΟΤΥΠΟΣ)  ή του πιο εξειδικευμένου ΜΟΡΙΑΚΟΥ ΚΑΡΥΟΤΥΠΟΥ. Επιπλέον κατά το εν λόγω υπερηχογράφημα αξιολογείται η θέση και η μορφολογία του πλακούντα ,ο όγκος του αμνιακού, το μήκος του τραχήλου της μήτρας ( αξιολογείται από ειδικό λογισμικό που εκτιμά την πιθανότητα πρόωρου τοκετού και την ανάγκη λήψης θεραπευτικών μέτρων), και τέλος η αντιστάσεις ροής ( doppler)  των μητριαίων αρτηριών (αξιολογείται και αυτή από ειδικό λογισμικό που εκτιμά την πιθανότητα προβλημάτων τροφοδοσίας και ανάπτυξης του εμβρύου στους επόμενους μήνες).

Στις  24-  28 εβδομάδες κύησης μαζί με τον βασικό έλεγχο ρουτίνας (αίματος και ούρων) πρέπει να εκτελείται και η λεγόμενη  ΚΑΜΠΥΛΗ ΣΑΚΧΑΡΟΥ  βιοχημική εξέταση αίματος κατά την οποία μετράται το σάκχαρο της εγκύου νηστική 0 λεπτά  και 60 λεπτά , 120 λεπτά μετά από λήψη από το στόμα διαλύματος 75 γραμμαρίων γλυκόζης . Παθολογικές θεωρούνται τιμές σακχάρου μεγαλύτερες από  92, 180, 153 για τα αντίστοιχες μετρήσεις. Έγκυες με παθολογικές σακχάρου κατά τον παραπάνω έλεγχο πρέπει να παραπέμπονται σε Ενδοκρινολόγο ιατρό για περαιτέρω έλεγχο και αντιμετώπιση. Η εξέταση αυτή έχει σκοπό να εντοπίσει την πλειονότητα των εγκύων με παθολογικό μεταβολισμό σακχάρου, πληροφορία πολύ σημαντική α) για την σωστή ρύθμιση του σακχάρου την κύηση με στόχο τον μικρότερο επηρεασμό του οργανισμού του εμβρύου και β) για την ίδια την γυναίκα η οποία πρέπει να ενημερωθεί σωστά για την τον  κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη κύησης κατά την κύηση αυτή αλλά και αργότερα στην διάρκεια της ζωής της σακχαρώδη διαβήτη τύπου ενηλίκων σε μικρή ηλικία αν δεν ακολουθεί σωστή διατροφή και άσκηση.

Κύριο υπερηχογράφημα κύησης αποτελεί το ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ -DOPPLER στις 31- 33 εβδομάδες κύησης ( επιθυμητό θα ήταν και αυτό να γίνει από εξειδικευμένο στην εμβρυομητρική γυναικολόγο ) και η καμπύλες ανάπτυξης του εμβρύου να αξιολογηθούν στο ίδιο λογισμικό πρόγραμμα που έγιναν τα δύο προηγούμενα σημαντικά υπερηχογραφήματα ( ΑΥΧΕΝΙΚΗ ΚΑΙ Β ΕΠΙΠΕΔΟΥ) ,άρα θα ήταν ιδανικό να γίνουν στην ίδια εμβρυομητρική μονάδα. Στο υπερηχογράφημα αυτό αξιολογούμε την ανάπτυξη του εμβρύου μελετώντας τις μετρήσεις του σε αναπτυξιακά διαγράμματα ώστε να διαπιστώσουμε την πρόοδο της  ανάπτυξη αυτού. Στην εξαγωγή των ανάλογων συμπερασμάτων μας βοηθά η εκτίμηση της αντίστασης ροής Doppler συγκεκριμένων αγγείων του εμβρύου και της μητέρας ( μητριαίες αρτηρίες, ομφαλικές αρτηρίες,  μέση εγκεφαλική αρτηρία του εμβρύου, φλεβώδης πόρος του εμβρύου). Η μετρήσεις των αντιστάσεων ροής μελετώνται σε ανάλογα διαγράμματα και με βάση όλες αυτές τις πληροφορίες αποφαινόμαστε για την ομαλή πρόοδο της ανάπτυξης του εμβρύου ή για την προβληματική (υπολειπόμενη) ανάπτυξη αυτού. Σε περίπτωση επιβράδυνσης της ανάπτυξης του εμβρύου αξιολογούμε την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη και άλλες κλινικές πληροφορίες ( βάρος , υπέρταση, διαβήτης κύησης, θρομβοφιλία ή άλλες παθολογικές καταστάσεις της εγκύου) όπως και της εργαστηριακές εξετάσεις αυτής.

Σε ομαλή εξέλιξη της ανάπτυξης του εμβρύου αρκεί ο απλός υπερηχογραφικός έλεγχος αυτού ανά 3-4 βδομάδες μέχρι τοκετού. Σε περίπτωση όμως επιβράδυνσης της ανάπτυξης του εμβρύου ή ακόμη χειρότερα σε μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή σε ελάττωση της αιματικής του τροφοδοσίας και μείωση της κινητικότητας αυτού τότε συστήνεται  συχνός εξειδικευμένος έλεγχος από εμβρυομητρικό γυναικολόγο ( με επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα  Doppler, έλεγχο βιοφυσικού προφίλ ή καδιοτοκογραφήματα) ανά 1-2 εβδομάδες μέχρι τοκετού , που είναι δυνατόν κάτω από ορισμένες συνθήκες να προκληθεί νωρίτερα αν κριθεί απαραίτητο για ασφάλεια της ζωής του εμβρύου και τχην πρόληψη τυχόν βλαβών του εγκεφάλου του.

Με τον παραπάνω ενδελεχή έλεγχο εξασφαλίζουμε κατά τον μέγιστο βαθμό την ασφαλή φιλοξενία ενός υγιούς εμβρύου στο ιδανικό περιβάλλον της μήτρας της μητέρας του και αποτρέπουμε τυχόν διαβίωση αυτού σε εχθρικό περιβάλλον με δυσμενείς συνθήκες ανάπτυξης και τροφοδοσίας που είναι δυνατόν να προκαλέσουν  εγκεφαλικές βλάβες αυτού ή ακόμη και τον θάνατο. Φυσικά οι έλεγχοι αυτοί προυποθέτουν  επάρκεια εξειδικευμένων ιατρών και τεχνολογικού εξοπλισμού που  μόνο εξειδικευμένες εμβρυομητρικές μονάδες διαθέτουν και οικονομικών πόρων για την αγορά αυτών των υπηρεσιών υγείας. Τυχόν  πολιτικές οικονομίας και αποφυγής του παραπάνω πλάνου παρακολούθησης που μας προσφέρει η επιστήμη της εμβρυομητρικης ιατρικής σήμερα είναι σίγουρο ότι μόνο σε δυσμενή συμβάντα στην ζωή και στην ποιότητα ζωής των νεογνών θα οδηγήσει.