Δερμοειδείς Κύστεις (Ώριμα Τερατώματα) Ωοθηκών

Καλοήθεις κύστεις των ωοθηκών που εμφανίζονται κυρίως στην αναπαραγωγική ηλικία των γυναικών ( 20- 40 ετών) σπανιότερα όμως τις συναντούμε και σε ακραίες ηλικίες  ( βρεφική- γεροντική).  Σε ποσοστό 20%  είναι δυνατόν να εμφανιστούν ταυτόχρονα και στις δύο ωοθήκες .

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Οι κυστικοί όγκοι αυτοί δημιουργούνται από ομάδες αρχέγονων  εμβρυικών  κυττάρων  που έχουν παραμείνει εκ γενετής  αδιαφοροποίητα εντός των ωοθηκών και ξαφνικά, άγνωστο γιατί, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και να διαφοροποιούνται σε διάφορους τύπους κυττάρων . Σχηματίζονται κατά αυτόν τον τρόπο  ακανόνιστοι
κυτταρικοί πληθυσμοί ( τερατώματα ) που περιέχουν ( δερματικά κύτταρα,  οστό ,χόνδρο, δόντια ,τρίχες, εντερικό επιθήλιο νευρικά κύτταρα και σμήγμα ,μια λιπαρή ουσία που παράγεται από τους σχηματιζόμενους δερματικούς αδένες  κλπ )



ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Οι δερμοειδείς κύστεις εμφανίζονται σε κάποια χρονική στιγμή εντός των ωοθηκών της γυναίκας ως μια κυστική κοιλότητα που επενδύεται από  δέρμα και εντός αυτής περιέχονται όλα τα άσχετα για την περιοχή προαναφερόμενα στοιχεία ( από δέρμα και σμήγμα μέχρι δόντια και τρίχες ) , με μέγεθος από  ένα 1- 30 εκατοστά και μορφή εντελώς αποκρουστική  (εξ ου και όρος  τεράτωμα). Όταν το μέγεθος αυτής είναι μικρό μέχρι 4- 5 εκατοστά είναι ασυμπτωματική , όσο μεγαλώνει όμως σε μέγεθος είναι δυνατό να παρουσιάσει κάποια συμπτώματα  όπως κοιλιακή ενόχληση ή  ήπιο πόνο , πόνο στην επαφή, οι  διαταραχές του κύκλου είναι ασυνήθεις γιατί δεν υπάρχει ορμονική δραστηριότητα. Σε περίπτωση συστροφής αυτής έχουμε οξύ κοιλιακό πόνο που δεν υποχωρεί και εμετούς ,κατάσταση επείγουσα που απαιτεί άμεση χειρουργική παρέμβαση.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση γίνεται συνήθως  τυχαία ( όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα ) κατά την διάρκεια του ετήσιου γυναικολογικού υπερηχογραφικού ελέγχου. Το  ενδοκολπικό υπερηχογράφημα απεικονίζει το κυστικό μόρφωμα που παρουσιάζει εντός αυτού ανακατεμένα υγρά και στερεά  στοιχεία με μια  αναγνωρίσιμη, για το ειδικό υπερηχογραφιστή,  εικόνα. Η μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας αποτελεί μια πιο
εξειδικευμένη εξέταση που θα βάλει και την τελική διάγνωση του προβλήματος .





ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ

Οι δερμοειδείς κύστεις αυξάνονται σε μέγεθος εντός των ωοθηκών και κατά αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να επηρεάσουν την λειτουργία τους και την μελλοντική ικανότητα της γυναίκας για τεκνοποίηση ( γονιμότητα). Επίσης  μεγαλώνοντας και ξεπερνώντας τα 6 εκατοστά είναι δυνατόν να προκαλέσουν κοιλιακή ενόχληση και πόνο με ακραία εκδήλωση αυτού στην περίπτωση της συστροφής της ωοθήκης –κατάσταση που οδηγεί σε ισχαιμία και νέκρωση αυτής αν δεν γίνει άμεση ιατρική παρέμβαση. Τέλος  ένας σημαντικός κίνδυνος  των τερατωμάτων  είναι η σπάνια εξαλλαγή τους σε επιδερμοειδή  καρκινώματα ,

αδενοκαρκινώματα και διάφορα καρκινοειδή ή  η εξ αρχής παρουσία σε αυτούς  εμβρυικών κυττάρων με ποικίλης επιθετικότητας κακοήθη συμπεριφορά  (άωρα- κακοήθη τερατώματα).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

1.      ΑΠΛΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ  σε πολύ μικρές δερμοειδείς κύστεις  μεγέθους 2-3 εκατοστών . Ενδοκολπικό υπερηχογράφημα κάθε 3- 4 μήνες.

2.      ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ  ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ  δεν υπάρχει . Οι ομάδες των εμβρυικών κυττάρων που δημιουργούν τις δερμοειδείς κύστεις δεν ανταποκρίνονται σε ορμονική ( αντισυλληπτικά χάπια) ή άλλη θεραπεία.

3.      ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ . Αυτή  είναι η σωστή αντιμετώπιση εφόσον διαγνωσθούν οι  δερμοειδείς  κύστεις και έχουν μέγεθος μεγαλύτερο των 4 εκατοστών . Η αναβολή  του χειρουργείου για αργότερα είναι πάντα επιζήμια .Η ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΗΣΗ ( απλή ή ρομποτική) αποτελεί σήμερα την επέμβαση εκλογής έναντι του ανοικτού χειρουργείου εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες προυποθέσεις και ειδικά σε νέες γυναίκες στις οποίες θέλουμε απαραίτητα να διαφυλάξουμε την γονιμότητας τους.  Χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες κάνουμε  3-4 μικρές τομές μήκους ενός εκατοστού στο κοιλιακό τοίχωμα και με την χρήση ειδικής κάμερας και λεπτών χειρουργικών εργαλείων αφαιρούμε τις δερμοειδείς κύστεις των ωοθηκών μαζί το περίβλημα τους προσπαθώντας να περιορίσουμε στο ελάχιστο την απώλεια του υπόλοιπου πολύτιμου ωοθηκικού ιστού και διατηρώντας την αναπαραγωγική ικανότητα της γυναίκας. Η  χρήση της λαπαροσκοπικής επεμβατικής μεθόδου έχει ασύγκριτα καλύτερα αποτελέσματα έναντι της ανοικτής χειρουργικής μεθόδου. Καλύτερη και λεπτομερέστερη αντιμετώπιση της νόσου με λιγότερες πιθανότητες καταστροφής υγιούς ωοθηκικού ιστού και συμφύσεις μετεγχειρητικά. Μειώνει στο ελάχιστο τον μετεγχειρητικό πόνο, την διεγχειρητική απώλεια αίματος  συνεπώς την νοσηλεία της γυναίκας ( νοσηλεία μόνο μιας ημέρας) , την ταχεία ανάρρωση αυτής ( μπορεί να γυρίσει στην εργασία της μετά από 4-5  ημέρες) και το καλύτερο αισθητικό μετεγχειρητικά αποτέλεσμα ( 3  μικρές τομές ενός εκατοστού)